Tzimis Panousis - Τζίμης Πανούσης - Πικρέ, Μικρέ Μου Αράπη (One Man Soap)

Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η νοικοκυρά Ειρήνη Κούτσικου-Παπαλάμπρου, μάταια προσπαθούσε να απωθήσει τον υδραυλικό Βαγγέλη Μιθριδάτη, που έχωνε τα λαίμαργα χέρια του δώθε και εκείθε κάτω απ' την καπιτονέ ρόμπα της ανυπεράσπιστης παντρεμένης...

Ο παμπόνηρος υδραυλικός δρούσε βάσει καλομελετημένου σχεδίου, που είχε εκπονήσει με τη βοήθεια του νοικάρη του, φοιτητή, Δρούσου-μουσουλμάνου το θρήσκευμα. Ήξερε, από τα πριν, τις ώρες που έλειπε στη δουλειά του ο Μενέλαος ο Παπαλάμπρος σύζυγος του θύματος. Ήξερε ότι θα βρει την Ειρήνη μόνη της χωρίς την υπηρέτρια, Φίλια, που κι αυτή έλειπε σε φιλική επίσκεψη στο «Σπίτι της εργαζόμενης Φιλιππινέζας», στην οδό Φυλής. Ήξερε εν κατακλείδι και τις καταπιεσμένες ορμές της αφράτης νοικοκυράς, που έναν χρόνο τώρα τη λιμπιζότανε.

Ο Βαγγέλης ήθελε να της κάνει έρωτα! Το πάθος τον είχε τυφλώσει! Είχε να αγγίξει τη γυναίκα του Κούλα Κουτουλογένη τεσσερισήμισι μήνους. Το μοναχοπαίδι του, τον Αχιλλέα, τον προγκούσε και τον έδιωχνε αχαρτζιλίκωτο. Είδε κι απόειδε και αποφάσισε να πλησιάσει τον μελαψό νοικάρη του Μουαμάρ, που τον έβλεπε να έχει τον τρόπο του στο κυνήγι της γκόμενας. Όλος ο γυναικόκοσμος της γειτονιάς, παντρεμένες κι ανύπαντρες είχανε περάσει απ' την γκαρσονιέρα του νεαρού αράπη και τα βογκητά τους τον είχανε αρκετές φορές ξαγρυπνήσει. Μέχρι τότε, ο Βαγγέλης δεν έλεγε ούτε καλημέρα στον σκούρο φοιτητή κι είχε κάνει τρικούβερτο καβγά με τα πεθερικά του που νοικιάσανε το δωμάτιο σε σκυλάραπα. Δεν τους μπορούσε τους μαύρους ο Βαγγέλης «από ανέκαθεν». Είχε πάει στο παρελθόν ως φαντάρος με μια ψόφια μαύρη σε καμπαρέ στη Φλώρινα και τον είχε αλαλιάσει η μπόχα. Παρ' όλα αυτά, έκρυψε το ρατσισμό του στην κωλότσεπη και χτύπησε την πόρτα του αράπη.

Ο Μουαμάρ τον κοίταξε καχύποπτα και τον πέρασε μέσα. Στο ξέστρωτο κρεβάτι κοιτόταν ένα σακί λίπος και κάπου κοντά στο μαξιλάρι ο υδραυλικός αναγνώρισε την κυρία Τασία του μανάβη από απέναντι.

«Καλύτερα στον κόλπο της Περσίας, παρά στον κόλπο της Τασίας», μουρμούρισε από μέσα του ο Βαγγέλης και πέρασε διακριτικά στην κουζίνα ακολουθώντας τον μελαψό φοιτητή.

«Συγνώμη για την ενόχληση αδερφέ, αλλά χρειάζομαι τη βοήθεια σου... συγνώμη για το θάρρος, αλλά την κυρα-Τασία πώς την κατάφερες αθεόφοβε! Αυτή, απ' ό,τι ξέρω, είχε κάνει τάμα να μείνει πιστή στον κυρ-Αλέκο μέχρι θανάτου. Πώς την έψησες; Σου βγάζω το καπέλο! Είσαι μεγάλος και θέλω να με βοηθήσεις. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην πείρα σου και στο σεξουαλικό σου ένστικτο, που δεν κώλωσε ούτε μπροστά στις δύο μαστεκτομές της μανάβισσας».

Ο Μουαμάρ, τον άκουγε σιωπηλός ξεπλένοντας τα απόκρυφα του στον χαμηλό νεροχύτη του υπογείου. Κούμπωσε το παντελόνι του κι άνοιξε επιτέλους το στόμα του.

«Εφκαριστώ για καλά λόγια σας. Δεν ήταν ανάγκη, μου πείτε τόσα πολλά για να δώσω το νοίκι. Εδώ τα 'χω τα λεφτά. Πάρτε τα».

Ο Βαγγέλης έβαλε τα γέλια.

«Σου χαρίζω όλα τα νοίκια από δω και πέρα αν με βοηθήσεις να βγάλω μια παντρεμένη, που έχω λιώσει για πάρτη της».

«Να βοητήσω αφεντικό, αφού είναι και το νοίκι χάρισμα. Πες μου λεπτομέρειες, θέλω τα κυβικά της λεγάμενης, όνομα κι επάγγελμα συζύγου, στα πόσα το καίει, αν έχει παιδιά, σκυλιά, υπηρέτριες, κομμώτριες,... πρέπει να τα ξέρω όλα. Πάντως είσαι τυχερός αφεντικό. Τώρα με την κυβερνητική αποσταθεροποίηση γίνονται τα καλύτερα καμάκια».

Ο Βαγγέλης Μιθριδάτης έβγαλε το φίλοφαξ απ' την πλαστική του τσαντούλα, παραμέρισε τ' άπλυτα πιάτα από το τραπέζι και ξέρασε τις πληροφορίες που με κόπο είχε μαζέψει από το περιβάλλον εργασίας του Μενέλαου Παπαλάμπρου, του συζύγου της Ειρήνης.

Ο αράπης άκουγε αμίλητος και σημείωνε με προσοχή πίσω από ένα πακέτο Καρέλια άφιλτρα που περιμάζεψε απ' τα σκουπίδια.

Ο Παπαλάμπρος ήτανε κοντός και χοντρός, είχε δικιά του βιοτεχνία με συνεταίρο στο Κουκάκι. Έφτιαχνε κουρτινόξυλα και τους είχε αφιερώσει όλη του τη ζωή. Την Ειρήνη την παραμελούσε ερωτικά, αλλά οικονομικά της είχε και του πουλιού το γάλα. Αυτό ακριβώς ήθελε και η Ειρήνη αλλά όχι να το τρώει, το ήθελε να πιτσιλάει το γυμνό της σώμα. Αυτά βέβαια με την φαντασία της, γιατί δεν τολμούσε να συζητήσει τοιούτου είδους ανομολόγητες επιθυμίες με τον ηλικιωμένο άντρα της. Είχε ριζώσει λοιπόν στην τηλεόραση με τους τολμηρούς και γοητευτικούς λατζοτεκνούς, που κάθε μεσημέρι σουλατσέρνανε κουστουμαρισμένοι στο λίβινγκ ρουμ της και το βράδυ τους έγδυνε στον ύπνο της και ξεμαλλιαζότανε με την Καρολάιν ξυπνώντας καταϊδρωμένη και ανικανοποίητη.

Η Ειρήνη Κούτσικου και ο Μενέλαος Παπαλάμπρος ήτανε παντρεμένοι είκοσι πέντε χρόνια. Γνωριστήκανε καταμεσής της χούντας και στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου φάγανε απ' το ίδιο σουβλάκι μαζί με τον Παπαλάμπρο τζούνιορ. Δεν κάνανε άλλο παιδί, όχι γιατί δε θέλανε, αλλά επειδή η κολόνα του σπιτιού απέφευγε τη διαδικασία. Η Ειρήνη το 'ρίξε στα κομμωτήρια και τις λαϊκές αγορές και μετά την οικονομική ευμάρεια της οικογένειας επί ΠΑΣΟΚ, ξημεροβραδιαζότανε στο Κολωνάκι. Από μπουτίκ σε μπουτίκ και από ινστιτούτο σε ινστιτούτο, λιποαναρροφήθηκε και έγινε ποθητή απόρθητη. Είχε τα τυχερά της μπινελίκια στο δρόμο, αλλά δεν μπορούσε μια κυρία να ενδώσει στον πρώτο τυχαίο οικοδόμο. Εν τω μεταξύ, ο γιος της μεγάλωσε, άφησε αφάνα και χνούδι στα μάγουλα, έριξε μπόι και κανόνι στο γυμνάσιο. Η ακούραστη μάνα, κάθε πρωί, βουρκωμένη ταχτοποιούσε τα χαπάκια και τους δίσκους των Μότορχέντ του κανακάρη της...

Το φίλοφαξ του υδραυλικού ξεδίπλωνε μια-μια τις σελίδες της ζωής του μελλοντικού του σεξουαλικού θύματος, ενώ ο αράπης συνέχιζε να σημειώνει με προσοχή.

Πού την γνώρισε την Ειρήνη ο υδραυλικός; Πώς την ερωτεύτηκε;

Η συνέχεια στο επόμενο επεισόδιο...


[Αρχή] [Βιβλίο]