Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

Φοίβος Δεληβοριάς

Μπαίνω κάθε φορά σ’εκείνο το περίεργο μέρος, σ’εκείνο το μαύρο μαγαζί, κάτι ανάμεσα σε σκυλάδικο και βερολινέζικη ντίσκο. Δίπλα μου κάθονται οπαδοί ομάδων, παλαιοροκάδες, κυρίες του καλού κόσμου, μέταλλα και φλωράκια, ναρκισσευόμενοι διανοητές και έντεχνοι μουτζαχεντίν. Όλοι νιώθουν αμήχανα ο ένας πλάι στον άλλον, αν τους αφήσεις μόνους λίγη ώρα εκεί μέσα θ’αρχίσουν οι εχθροπραξίες. Και ξαφνικά εμφανίζεται ένα παιδί με γελαστά μάτια, που έχει ντυθεί παπάς ή μαρξιστής του 19ου αιώνα ή έχει φορέσει απλώς τα ρούχα της μαμάς του. Χειροκροτάει τον εαυτό του σα μωρό κι αμέσως θέλουμε να τον προστατεύσουμε, ενώ ξέρουμε πως ήρθε να γκρεμίσει... Μέσα σε τρεις ώρες - κι ενώ εσύ παγιδεύεσαι απ’το γέλιο σου - εκείνος έχει κλέψει την ταυτότητα απ’την τσάντα σου, δεν μπορείς να’σαι πια οπαδός, στεγνός ιδεολόγος, να θεωρείς πως όσα επιθυμεί η γλώσσα έχουν όρια. Υπάρχουν καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν τη βία απέναντι στο κοινό για να αντιληφθεί εκείνο την άλλη βία, που προκύπτει από την κοινωνία. Δεν είναι αυτή η περίπτωση του Τζίμη Πανούση. Η βία του Τζίμη είναι χαρμόσυνο γεγονός, είναι η συνειδητοποίηση πως όλα όσα μάζευες, όλα τα φράγματα που έβαζες στη ζωή σου, δεν τα χρειάζεσαι, μπορεί κάποιος να στα κλέψει κι εσύ απλά να αισθανθείς ελεύθερος. Ο Πανούσης δεν σε «προβληματίζει». Αυτό το κάνουν οι φιλότιμες μετριότητες. Ο Πανούσης σε καθαρίζει εντελώς, πληρώνοντας ο ίδιος ό,τι ψυχικό κόστος χρειάζεται. Στην Ελλάδα, χώρα που οι διάφορες ορθοδοξίες ξαγρυπνούν για να βρουν τι έκανες λάθος, σε διαγράφουν, σε αφορίζουν, σε ταπεινώνουν στην δημόσια πλατεία έτσι κι αγγίξεις το νερό με το ποδαράκι σου, ο Τζίμης έρχεται ήρεμος και φιλικός και σε πετάει κατ’ευθείαν στην κολυμπήθρα.

Φοίβος Δεληβοριάς

15 Δεκεμβρίου 2011