Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΖΙΜΗ ΠΑΝΟΥΣΗ

Σημαιομάχοι και σημαιολάτρες

1. 2.

 

Η κυρία Λουκά για μια ακόμα φορά θριάμβευσε στα ελληνικά δικαστήρια. Πίσω από τη θαρραλέα αυτή μορφή των ελληνικών ΜΜΕ κρύβονται αδέξια ομοϊδεάτες της σοβαροί δημοσιογράφοι, πολιτικοί και καλλιτέχνες.

 

Η δημόσια συζήτηση που συνόδευσε την καταδίκη του Τζίμη Πανούση για «περιύβριση εθνικού συμβόλου» είχε ορισμένα αναπάντεχα στοιχεία. Τα στρατόπεδα ήταν βεβαίως λίγο-πολύ καθορισμένα: οι περισσότεροι καλλιτέχνες (ηθοποιοί, τραγουδιστές) διακήρυξαν την πίστη του στην καλλιτεχνική δημιουργία και απέκλεισαν την περίπτωση να είχε «κακή πρόθεση» ο Πανούσης. Κάποιοι άλλοι, πολύ λιγότεροι, βρήκαν την ευκαιρία να διακηρύξουν την εθνικοφροσύνη τους και να ψέξουν τον συνάδελφό τους για έλλειψη εθνικής συνείδησης. Κατά σύμπτωση, οι δυο πολιτικοί που ξιφούλκησαν περισσότερο για την «παρακμή» που υποδηλώνει η αφίσα του Πανούση (Γιακουμάτος, Ψωμιάδης) ανήκουν σε εκείνους που θα προτιμούσαν η «περιύβριση» να γινόταν με στέμμα και όχι με σφυροδρέπανο.

Αλλά η συζήτηση περιορίζεται στα όρια της «σάτιρας» και στο αν ο Πανούσης είναι ένας σύγχρονος Αριστοφάνης ή απλώς «προκαλεί την κοινή γνώμη», όπως έγραψε ανώνυμος υπερεθνικόφρων στο ΒΗΜΑ. Εκεί που βρέθηκαν όλοι σύμφωνοι ήταν ότι αυτή η πράξη δεν ήταν τόσο αποτρόπαιη όσο εκείνη η σκηνή με το κάψιμο της ελληνικής σημαίας που μας έδειξαν και μας ξανάδειξαν τα κανάλια για να δικαιολογηθεί η κατάλυση του πανεπιστημιακού ασύλου και οι μαζικές συλλήψεις τον Νοέμβριο του 1995.

Δικαίωμα του πολίτη

Είναι γεγονός ότι κανένας δεν διανοήθηκε να υπερασπιστεί το δικαίωμα του απλού πολίτη (και όχι ειδικά του καλλιτέχνη) να μεταχειρίζεται όπως θέλει τη σημαία, για να εκφράσει τις πολιτικές, ιδεολογικές ή αισθητικές του απόψεις. Ούτε καν ο ίδιος ο τραγουδοποιός και ο συνήγορός του δεν τόλμησαν να θέσουν τέτοιο ζήτημα. Επέμειναν κι αυτοί στα περί «καλλιτεχνικής δημιουργίας» και «δημιουργού», ο οποίος δεν πρέπει να υπόκειται σε προληπτική λογοκρισία. Όπως είπε ο Τζίμης, προφητεύοντας το μαύρο μέλλον, «τώρα κατεβάζουν τις αφίσες των καλλιτεχνικών μας παραστάσεων, σε λίγο θα μας καίνε ζωντανούς στα τηλεπαιχνίδια των Μικρούτσικων». 

Ομως αυτή η μαύρη μέρα για κάποιους έχει ήδη έρθει. Μπορεί να μην είναι καλλιτέχνες, μπορεί να μην έχουν χιούμορ, αλλά με τις πράξεις τους κάτι εκφράζουν. Αυτή η υπόθεση έχει αξία ακριβώς γι' αυτό το λόγο. Γιατί μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε λίγο περισσότερο για τα όρια της έκφρασης γενικά και όχι ειδικά της καλλιτεχνικής έκφρασης. Με θλίψη πρέπει να διαπιστώσουμε ότι σ' αυτόν τον τομέα δεν έχουμε κάνει και σπουδαία βήματα. Θα ήταν εξαιρετικά διδακτικό να αντλήσουμε ορισμένα συμπεράσματα από τον τρόπο που εξελίσσεται μια ανάλογη πολιτική και δικαστική διαμάχη στις Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες δεκαετίες.  

Όσο κι αν αυτό εκπλήσσει, στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί δίωξη εναντίον όσων θα επιχειρούσαν να μιμηθούν τον Τζίμη Πανούση, αλλά ούτε και όσων θα έκαιγαν για λόγους διαμαρτυρίας την αμερικανική σημαία. Υπάρχουν δύο αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ με τις οποίες το κάψιμο της σημαίας θεωρείται ατομικό πολιτικό δικαίωμα και οποιαδήποτε δίωξη όσων επιχειρούν παρόμοιες πράξεις αποκλείεται, διότι θεωρείται ότι παραβιάζει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης. Οι δύο αυτές αποφάσεις πάρθηκαν το 1989 και το 1990, αλλά δεν ήταν η τελευταία λέξη στο ζήτημα. Επί μία δεκαετία το λόμπι των φανατικών εθνοπατέρων επιχειρεί με κάθε τρόπο να ανατρέψει αυτές τις δικαστικές αποφάσεις, ανακαλύπτοντας παρακαμπτήριους δρόμους για τη δίωξη των «βέβηλων».

Κάψτε την αστερόεσσα

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει πλούσια νομολογία υπέρ των «βέβηλων». Τον Ιανουάριο του 1974, μάλιστα, δικαίωσε τον Πίτερ Γκρίνφιλντ, ο οποίος είχε προσθέσει το σήμα της ειρήνης στην αμερικανική σημαία τον Μάιο του 1970, διαμαρτυρόμενος για τις επιθέσεις στην Καμπότζη και την αιματηρή καταστολή των φοιτητών στο Kent State University.  

Η πιο σημαντική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1989. Μ' αυτήν δικαιώθηκε ο Γκρέγκορι Τζόνσον, ο οποίος είχε καταδικαστεί στην πολιτεία του Τέξας επειδή έκαψε μια αμερικανική σημαία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η περίφημη Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος που αναφέρεται στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να εφαρμοστεί και στην περίπτωση της βεβήλωσης ή της καταστροφής της σημαίας. Αμέσως κινητοποιήθηκε ο Πρόεδρος Μπους, ο οποίος δήλωσε ότι υποστηρίζει τη θέσπιση μιας νέας Τροπολογίας, με την οποία θα απαγορεύεται η «βεβήλωση» της σημαίας. Την «ανησυχία» του Προέδρου συμμερίζονταν και οι Δημοκρατικοί, μόνο που δεν συμφωνούσαν ότι πρέπει να γίνει συνταγματική αναθεώρηση και επιχειρούσαν να περάσουν με νομοθετική ρύθμιση την ποινικοποίηση του καψίματος της σημαίας.

Όλο το καλοκαίρι του 1989 το Κογκρέσο συζητούσε πώς θα ποινικοποιήσει το κάψιμο: με νόμο ή με αναθεώρηση; Τον Οκτώβριο εγκρίνεται ο «Νόμος Προστασίας της Σημαίας» και από τα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου. Η Γερουσία υπερψηφίζει τη συνταγματική «Τροπολογία Προστασίας της Σημαίας». Ο Μπους, ο οποίος ήταν υπέρ της Τροπολογίας, δεν υπογράφει το νόμο, αλλά επιτρέπει να τεθεί σε ισχύ.

Πριν από 11 ακριβώς χρόνια, στις 28 Οκτωβρίου 1989 τίθεται σε ισχύ ο «Νόμος Προστασίας της Σημαίας». Την ίδια ακριβώς ημέρα 500 διαδηλωτές στο Σιάτλ αντιδρούν «βεβηλώνοντας» όποια σημαία βρισκόταν μπροστά τους. Τη διαδήλωση οργάνωσε μια ένωση βετεράνων του πολέμου στο Βιετνάμ. Άλλοι 200 βετεράνοι διαδηλώνουν στη Νέα Υόρκη καταγγέλλοντας τον βίαιο «εκπατριωτισμό». Την επομένη τέσσερα άτομα καίνε σημαίες στα σκαλιά του Καπιτωλίου σε μια επιδεικτική προσπάθεια ανατροπής του νόμου. Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο οι διαμαρτυρίες και τα επιδεικτικά καψίματα σημαιών εξαπλώνονται σε όλη τη χώρα και κυρίως στα πανεπιστήμια. Οι διωκτικές αρχές αποφεύγουν να στραφούν εναντίον των φοιτητών. Στο δικαστήριο φτάνουν μόνο επτά διαδηλωτές από το Σιάτλ και 3 από το Καπιτώλιο. Όλοι καταδικάστηκαν. Την ίδια περίοδο το FBI ανέκρινε 120 μαθητές σχολείου του Σαν Φρανσίσκο, για να στοιχειοθετήσει κατηγορία εναντίον ενός καθηγητή, ο οποίος έκαψε τη σημαία μέσα σε πέντε τάξεις, κατά τη διάρκεια συζήτησης για την αμερικανική επέμβαση στο Βιετνάμ.

Σε μια από τις πιο εντυπωσιακές διαμαρτυρίες, η «Επιτροπή για το Σταμάτημα των Τροπολογιών και των Νόμων της Σημαίας» οργάνωσε διαδήλωση στις 28 Φεβρουαρίου 1990, κατά τη διάρκεια μιας δημόσιας εκδήλωσης του Μπους στο Σαν Φρανσίσκο. Δύο χιλιάδες διαδηλωτές έκαψαν σημαίες, χόρεψαν πάνω σε μια τεράστια σημαία που είχαν κολλήσει στο δρόμο, και φώναξαν «Καταργήστε το φασιστικό νόμο για τη σημαία». Η εκστρατεία πήρε πανεθνικές διαστάσεις. 

Μέσα σ' αυτό το κλίμα άρχισε η αντίδραση και της δικαστικής εξουσίας. Τα ομοσπονδιακά περιφερειακά δικαστήρια της Ουάσιγκτον και του Σιάτλ ακύρωσαν τις καταδικαστικές αποφάσεις κρίνοντας αντισυνταγματικό το «Νόμο Προστασίας της Σημαίας». Στις 11 Ιουνίου 1990 η υπόθεση φτάνει και πάλι στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επικυρώνει τις αποφάσεις των περιφερειακών δικαστηρίων, επιβεβαιώνοντας οριστικά την αντισυνταγματικότητα του νόμου.

Οι υποστηρικτές των διώξεων υποχρεώνονται πλέον να στραφούν στη συνταγματική αναθεώρηση της Πρώτης Τροπολογίας. Για να επιτευχθεί αυτή η αναθεώρηση απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Η πρόταση Τροπολογίας εισάγεται στις 21 Ιουνίου, αλλά υπερψηφίζεται μόνο από το 58% και συνεπώς απορρίπτεται. Για να αντιδράσουν, οι υπερεθνικόφρονες κυβερνήτες πολλών πολιτειών εισάγουν στη νομοθεσία ειδικά κίνητρα για τους «αγανακτισμένους πολίτες» που θα επιτεθούν σε κάποιον που καίει σημαία. Ο ξυλοδαρμός του βέβηλου θεωρείται πλέον σ' αυτές τις πολιτείες απλό πταίσμα και τιμωρείται με πρόστιμο 5 δολαρίων.

Το λόμπι των υπερεθνικοφρόνων επιχειρεί κατά διαστήματα να περάσει στο Κογκρέσο την πρόταση Τροπολογίας, αλλά ακόμα δεν τα έχει καταφέρει. Το φθινόπωρο του 1995 ξανατέθηκε το ζήτημα, αλλά η Γερουσία το απέρριψε και πάλι. Το Φεβρουάριο του 1997 εισάγεται και πάλι η πρόταση στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και περνάει με 310 έναντι 114 ψήφων. Η απαιτούμενη ψηφοφορία στη Γερουσία δεν θα προφτάσει να γίνει πριν από τη διάλυση του σώματος για εκλογές. Σύμφωνα με το νόμο, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξαναψηφίσει η Βουλή των Αντιπροσώπων. Τον Ιούνιο του 1999 η Βουλή εγκρίνει την Τροπολογία με τη οριακή πλειοψηφία 305-124. Η Γερουσία, όμως, τον περασμένο Μάρτιο την απορρίπτει (63-36). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το θέμα θα ξανατεθεί μετά τις εκλογές. Όμως μέχρι τότε η δίωξη των «βέβηλων» θεωρείται αντισυνταγματική και απαγορεύεται.

Η γλώσσα του σώματος

Όπως είναι σε όλους μας γνωστό, δεν έχουν επικρατήσει στις ΗΠΑ κάποιοι απάτριδες αναρχικοί. Η υποστήριξη του συνταγματικού δικαιώματος έναντι της χαμένης τιμής της σημαίας δεν σημαίνει καθόλου ότι χάθηκε ο σεβασμός απέναντι στο εθνικό σύμβολο. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ας ακούσουμε έναν σύγχρονο «εθνικό ήρωα» των ΗΠΑ, τον αστροναύτη-γερουσιαστή Τζον Γκλεν: «Η σημαία είναι το πιο ισχυρό και συγκινησιακό σύμβολο του έθνους. Και είναι το πιο τιμημένο σύμβολό μας. Αλλά είναι ένα σύμβολο. Συμβολίζει τις ελευθερίες που έχουμε σ' αυτή τη χώρα, αλλά δεν ταυτίζεται μ' αυτές τις ελευθερίες. Γι' αυτό το λόγο δεν πρόκειται για μια διαμάχη μεταξύ εκείνων που αγαπούν τη σημαία και εκείνων που δεν την αγαπούν. Όσοι θυσιάστηκαν ακολουθώντας τη σημαία δεν έδωσαν τη ζωή τους για ένα κόκκινο, λευκό και μπλε κομμάτι πανί. Θυσιάστηκαν επειδή είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη χώρα μας και στις αξίες της Δημοκρατίας. Η πιο σημαντική απ' αυτές τις αξίες, τα δικαιώματα και τις αρχές είναι η ατομική ελευθερία: η ελευθερία να πιστεύουμε, να σκεφτόμαστε και να εκφραζόμαστε, όσο κι αν απέχουν οι απόψεις μας από τη γνώμη της πλειοψηφίας. Η δέσμευσή μας στην ελευθερία κωδικοποιείται στο Χάρτη των Δικαιωμάτων. Η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία του Τύπου και η θρησκευτική ελευθερία προστατεύονται από την Πρώτη Τροπολογία. (…) Όσο για το επιχείρημα ότι η βεβήλωση της σημαίας είναι μια πράξη και όχι μια μορφή λόγου ή έκφρασης, πιστεύω ότι πρόκειται για ένα απατηλό επιχείρημα. Οποίος καίει μια σημαία είναι σίγουρο ότι κάτι λέει. Κάτι δηλώνει με τη γλώσσα του σώματος, και αυτό που κάνει είναι μια δήλωση πολύ πιο ηχηρή από τις λέξεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Λέει κάτι, με τον ίδιο τρόπο που άλλοι διαδηλώνουν με πανό ή πλακάτ ή άλλες μορφές διαμαρτυρίας. Και μάλιστα, αν δεν αντιμετωπίζαμε το κάψιμο της σημαίας ως κάτι το προσβλητικό και το αποκρουστικό, δεν θα συζητούσαμε σήμερα αν έχει κάποιος το δικαίωμα να το διαπράττει». 

Εθνική ανασφάλεια

Η επιχειρηματολογία του Γκλεν είναι απλή. Κακά τα ψέματα: όσοι επιμένουν να ταυτίζουν το έθνος με τα σύμβολά του είναι εκείνοι που δεν έχουν καμιά πολιτική και εθνική σιγουριά. Τον πατριωτισμό τους τον αντλούν μόνο από τα σύμβολα και τον εξαντλούν σ' αυτά. Στο βάθος κρύβεται μια αμήχανη φοβία και ένα εθνικό αίσθημα κατωτερότητας. Περίπου αυτό που ενέπνεε τους χουντικούς συνταγματάρχες να επιβάλουν βίαιο εκπατριωτισμό με τον υποχρεωτικό σημαιοστολισμό της Ελλάδας των Ελλήνων Χριστιανών. Μας το επιβεβαιώνει με έμμεσο τρόπο ο αμερικανός αρχιστράτηγος Κόλιν Πάουελ, ο «θριαμβευτής» του Πολέμου στον Κόλπο. Αντίθετα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, ο Πάουελ είναι κι αυτός υπερασπιστής της ελευθερίας της έκφρασης, ακόμα και με τη μορφή της βεβήλωσης των εθνικών συμβόλων: «Εχουμε δίκιο να ξεσηκωνόμαστε όταν κάποιος επιτίθεται ή βεβηλώνει τη σημαία μας», γράφει ο Πάουελ. «Ελάχιστοι Αμερικάνοι κάνουν παρόμοιες πράξεις, και όταν το επιχειρήσουν, υφίστανται τη δίκαιη αποδοκιμασία των συμπολιτών τους. Μπορεί να καταστρέφουν ένα κομμάτι πανί, αλλά δεν μπορούν να θίξουν το σύστημα των ελευθεριών μας, το οποίο επιτρέπει αυτή τη βεβήλωση». Ο συντηρητικός στρατιωτικός δεν εκφράζει βεβαίως καμιά συμπάθεια στους διαμαρτυρόμενους ή τους διαδηλωτές, αλλά διατυπώνει με καθαρό τρόπο την εθνική του αυτοπεποίθηση.

Θυμόμαστε με μελαγχολία τις επιθέσεις που είχε δεχτεί ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, όταν με αφορμή το κάψιμο της σημαίας στο Πολυτεχνείο είχε κι αυτός τολμήσει να πει ότι πρόκειται για ένα κομμάτι πανί. Αλλά εκείνος δεν ήταν δαφνοστεφής στρατηγός. Ήταν ένας απλός αριστερός ηθοποιός. Και η Ελλάδα δεν είναι η αλαζονική υπερδύναμη, αλλά η μισοκακόμοιρη Ψωροκώσταινα των Γιακουμάτων και των Ψωμιάδηδων. Και είναι γνωστό ότι όπου υπάρχει εθνική ανασφάλεια, τη λύση αναλαμβάνει να δώσει η Γενική Ασφάλεια.  

(Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29/10/2000)

www.iospress.gr                                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ