Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

Βιβλιοδρόμιο σελ.28-29ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 20 Αυγούστου 2005
[Διαβάστε το άρθρο σε μορφή pdf]

 

 

 



Γράφει
ο
Τάκης Θεοδωρόπουλος

ttheodoropoulos@oceanida.gr

Tζίμης Πανούσης: σάτιρα ανατρεπτική πολιτική και κυρίως εξυγιαντική για την κοινωνία

Ο χοντρούλης που δεν έχει ιερό και όσιο
 


Οπως Ολοι οι Ανθρωποι δεν γελΑνε με τον Ιδιο τροπο, Ετσι κι ολα τα γΕλια δεν εΙναι φτιαγμΕνα από τα Ιδια υλικΑ. H πιο φευγαλΕα και εΥθραυστη Εκφραση της γκΑμας των συναισθημΑτων μας παραμΕνει Ενα αισθητικΟ μυστΗριο. KανεΙς δεν μπορεΙ να εξηγΗσει γιατΙ γελΑμε και πΩς γελΑμε. Ποσο μΑλλον να ορΙσει τα στοιχεΙα που προκαλοΥν την αυτΟματη σΥσπαση των μυΩν του προσΩπου, τη συνεπαγΟμενη παραμορφωση των χαρακτηριστικΩν και το εν τΕλει κακΑρισμα ή τους ρυθμικοΥς σπασμοΥς ολοκληρου του σΩματος, κυρΙως οταν εΙναι ευτραφΕς, που θυμΙζει λΟξυγκα

Ακόμη και αν μπορούμε να γελάσουμε σήμερα με τον Αριστοφάνη ή τον Μολιέρο, σίγουρα το γέλιο μας δεν έχει την ίδια ποιότητα με αυτό που ξεσπούσε στις κερκίδες του θεάτρου του Διονύσου τον 5ο π.X. αιώνα ή στις Βερσαλλίες του Λουδοβίκου. Και το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορούμε να γελάσουμε σήμερα με τον Αριστοφάνη και τον Μολιέρο; Ή μήπως γελάμε επειδή ξέρουμε εκ των προτέρων ότι θα δούμε κωμωδία και επειδή οι ηθοποιοί που έχουν αναλάβει να τους παραστήσουν επί σκηνής είναι αναγνωρίσιμοι ως κωμικοί ηθοποιοί που μας κλείνουν το μάτι με τις μούτες και τα γκαγκ τους;

Με τι γελάμε;

Κι αν γελάμε, αφού γελάμε, με τι γελάμε και πώς γελάμε; Οι «Μήτσοι» του Λαζόπουλου στην τηλεόραση για παράδειγμα μας κάνουν να γελάμε, όσους από μας γελάνε, όπως παλαιότερα οι χαρακτήρες της επιθεώρησης. Συμπυκνώνουν με τη συμπεριφορά τους «κοινούς τύπους» και «κοινούς τόπους» και αφού μας κλείσουν το μάτι ότι μπορούμε να συνεννοηθούμε μαζί τους τούς οδηγούν στα άκρα, παραμορφώνοντάς τους όσο πρέπει για να παραμείνουν αναγνωρίσιμοι.

Το γέλιο της τηλεόρασης, ακόμη και όταν είναι επιτυχημένο όπως στην περίπτωση του Λαζόπουλου, είναι γέλιο που στηρίζεται στην «κοινή συναίνεση». Προϋποθέτει ένα κοινό αίσθημα, όπως επίσης προϋποθέτει και τη συμφωνία ως προς το τι είναι αστείο και τι είναι σοβαρό, τι είναι και πώς συμπεριφέρεται ο «μπάτσος» ή ο «λούμπεν περιθωριακός», ποιος είναι ο πολιτικός που έγινε γελοίος με την τελευταία δήλωσή του. Στηρίζεται στην ανάγνωση των εφημερίδων της τελευταίας εβδομάδας, στα θέματα που έπαιξαν, στα γεγονότα που προκάλεσαν το «κοινό αίσθημα» του γελοίου.

Αυτού του τύπου η σάτιρα, που είναι και η πιο διαδεδομένη και περισσότερο δημοφιλής, στηρίζεται σ' ένα υπόβαθρο κοινωνικού κομφορμισμού, όπως παλιότερα η επιθεώρηση. Κι είναι αυτού του τύπου η σάτιρα που αναπαράγεται στη σκηνή της Επιδαύρου όταν οι ίδιοι ηθοποιοί που τον χειμώνα εμφανίζονταν στην τηλεόραση, τώρα που καλοκαίριασε, λένε τα λόγια του Αριστοφάνη μπροστά σ' ένα κοινό έτοιμο να γελάσει επειδή αναγνώρισε μια γνώριμη ήδη έκφρασή τους, έναν τόνο της φωνής τους που είχε γαργαλίσει για μερικά δευτερόλεπτα τον λήθαργο της μικρής οθόνης και τώρα επαναλαμβάνεται στην ύπαιθρο με την κατάλληλη αρχαιοπρεπή ενδυμασία.
Απ' την εμφάνιση ώς τον τόνο της φωνής κι απ' την επιλογή των θεμάτων ώς τη χρήση της γλώσσας, ο Τζίμης Πανούσης έχει καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να φτιάξει μια κωμική φιγούρα εντελώς ιδιαίτερη και σίγουρα μοναδική

 

H εξαίρεση Πανούση

Όλα αυτά για να ξεκαθαρίσω ότι κάθε «σάτιρα» δεν είναι απαραιτήτως ανατρεπτική και ότι υπάρχουν τρόποι ώστε ακόμη και το γέλιο, η πιο αναρχική εκδήλωση των συναισθημάτων μας, να μεταμορφωθεί σε ένα ανώδυνο αγαθό μαζικής κατανάλωσης. Κι όλα αυτά, για να διαγραφεί με ακόμη περισσότερη καθαρότητα το περίγραμμα μέσα στο οποίο κινείται η εξαίρεση του Τζίμη Πανούση.

Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας θα μου πείτε. Εσύ γελάς με τον Πανούση, εμείς γελάμε με άλλα. Εσένα σ' αρέσει ο χοντρούλης με το αγαθιάρικο ύφος που δεν έχει ιερό και όσιο και συμπαρασύρει μέσα στην καταστροφική του μανία από τον Χριστόδουλο και τους Μητροπολίτες του ώς τον Νταλάρα και τον αθώο πατριώτη θαυμαστή της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου που περιφέρεται με το 4X4 και τη σημαία κορνάροντας. Ναι, είναι η αλήθεια ότι γελάω ακόμη κι όταν λέει από την εκπομπή του στον Σκάι εκείνο το «ελβετόψυχοι», αν και δεν έχω τίποτε εναντίον της ελβετικής ψυχής η οποία, όπως μας διδάσκει η ψυχανάλυση, δεν διαφέρει και τόσο πολύ πια από την αθάνατη ελληνική.

Με τον δικό του τρόπο

 
Γελάω και πολλές φορές τον θαυμάζω που με κάνει να γελάσω με πρόσωπα και χαρακτήρες που από μόνοι τους είναι τόσο γελοίοι και φθαρμένοι ώστε είναι απορίας άξιον πώς κάποιος μπόρεσε να βρει μια οπτική γωνιά για να μου τους παρουσιάσει και να με κάνει να γελάσω με τον δικό του τρόπο. Με τον δικό του τρόπο; E ναι!

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να του αρνηθεί κανείς είναι ότι ο Πανούσης «έχει τον τρόπο του». Απ' την εμφάνιση ώς τον τόνο της φωνής κι απ' την επιλογή των θεμάτων ώς τη χρήση της γλώσσας έχει καταφέρει μέσα στα τόσα χρόνια να φτιάξει μια κωμική φιγούρα εντελώς ιδιαίτερη και σίγουρα μοναδική. Δοκίμασε να μεταφέρεις ένα αστείο του - πολλά μοιάζουν με ανέκδοτα - και θα δεις πως είναι αδύνατον να λειτουργήσει. Κι είναι αυτή η μοναδικότητά του που κάνει τη σάτιρά του και ανατρεπτική και το κυριότερο πολιτική, κατά συνέπειαν εξυγιαντική για μια κοινωνία η οποία έχει καταντήσει να κρίνει τους πολιτικούς της από το πόσο σοβαρό ύφος μπορούν να υιοθετήσουν όταν κάνουν δηλώσεις στην τηλεόραση ύστερα από κάποιο τραγικό δυστύχημα.

Ανατρεπτική, γιατί η σάτιρα του Πανούση δεν στηρίζεται στο «μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια» και στο «όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε» της μεγάλης εθνικής σχολής, που η πλειονότητα των κριτικών την έχει αγιοποιήσει. Ο Πανούσης δεν μιλάει εν ονόματι ενός κοινού αισθήματος, προϋποτιθέμενου και δεδομένου. Όταν βγαίνει να μιλήσει είναι μόνος του και ο πρώτος στόχος του σαρκασμού του είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Είναι σαν να σου λέει: «Ο πρώτος γελοίος είμαι εγώ κι αν καταλάβεις πόσο γελοίος είμαι θα μπορέσεις να καταλάβεις πόσο γελοίοι είναι οι άλλοι. Με τη μόνη διαφορά ότι εγώ το ξέρω, ενώ οι άλλοι δεν το ξέρουν ή, μάλλον, παριστάνουν ότι δεν το ξέρουν».

Ο Πανούσης δεν προϋποθέτει το κοινό του. Το φτιάχνει ad hoc, κάθε φορά που παίρνει τον λόγο να μιλήσει. Και γι' αυτό η σάτιρά του είναι πολιτική, γι' αυτό πληροί τη βασική συνθήκη της πολιτικής ελευθερίας, τη δυνατότητα δηλαδή μιας ατομικής συνείδησης να πάρει τον λόγο και, δηλώνοντας ευθύς εξ αρχής τη μοναδικότητά της, να φτιάξει μια κοινότητα.

ΒΕΒΗΛΗ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Ούτε τους Ολυμπιακούς Αγώνες (δεξιά) ούτε την ελληνική σημαία δεν δίστασε να βάλει στο στόχαστρο της σάτιράς του ο Τζίμης Πανούσης. Επάνω, λίγο πριν βρεθεί αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη (το 2000) βρίσκεται αντιμέτωπος με τη... θρησκόληπτη κυρία Λουκά

Δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες που είναι όσο γνωστές είναι και ο ίδιος ο Τζίμης Πανούσης: ότι δηλαδή η σάτιρά του είναι το χρονικό μιας ελληνικής κοινωνίας, η οποία έχει τόσο πολύ φοβηθεί τον εαυτό της ώστε να μην μπορεί να τον αναγνωρίσει παρά μόνο μέσα από τις παραμορφώσεις του.

Με άλλα λόγια, ο Πανούσης καταθέτει την ιερότητα της ειλικρίνειας μέσα στα βαλτωμένα νερά μιας κοινώς αποδεκτής ανειλικρίνειας, η οποία τείνει να γίνει το πιο δημοκρατικά μοιρασμένο αγαθό στις μέρες μας. Και η ειλικρίνεια για να είναι ιερή πρέπει να είναι βέβηλη.

Τέλος, επειδή μιλάμε για βιβλία: είναι σίγουρο ότι ο γραπτός Πανούσης δεν έχει την καυστική χάρη του προφορικού. Όμως όσοι τον ξέρουν θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν ακόμη και στα γραπτά του τη φυσιογνωμία της σάτιρας που δεν διστάζει να παρασύρει ό,τι συναντά στο πέρασμά της.

ΤΑ ΝΕΑ , 20/08/2005 , Σελ.: P04
Κωδικός άρθρου: A18318P041
ID: 480881

 

Copyright © TA NEA 1997-2005 Lambrakis Press