Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

Τζίμης Πανούσης

Esquire, Μάιος 2006 

 

Σε κάποιο σημείο της παράστασης του Τζίμη Πανούση “Vasileros Bromas”, ο παχουλός κωμικός αναφέρεται με ένα σύντομο, άκομψο σχόλιο στη σεξουαλικότητα της Άλκηστις Πρωτοψάλτη. Τη βραδιά που τον παρακολούθησα –και κάθε βραδιά, φαντάζομαι-, το κοινό ήταν ένα μίγμα ροκ μαλλιάδων και μεταπολιτευτικών ενοχικών εντέχνων οπότε, αν και οι περισσότεροι γέλασαν, το γέλιο τους ήταν μισό, σαν κάτι να τους έκατσε στραβά, σαν καθώς γελούσαν να σκέφτονταν «ε, εντάξει, δεν ήταν απαραίτητο αυτό».

Πράγματι, δεν ήταν. Και τότε ήταν που ο Τζίμης Πανούσης μου θύμισε τη Greenpeace.

Η Greenpeace είναι μια οργάνωση που κάνει δυσανάλογη φασαρία για το μέγεθος της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος. Αν και ο άνθρωπος πράγματι καταστρέφει τον πλανήτη, η Greenpeace φωνάζει σαν όλα να πρόκειται να τελειώσουν αύριο, τι αύριο, τώρα, και στέλνει ένα καράβι που καίει τρεις τόνους πετρέλαιο για να σώσει εκατό φώκιες. Γι’ αυτό είναι πολύτιμη: Γιατί η φυσιολογική μας ροπή, ως ανθρωπότητα, είναι να καταστρέψουμε το σύμπαν, και χρειαζόμαστε τη Greenpeace να πηγαίνει στο άλλο άκρο, για να μπορούμε να βρούμε τη μέση.

Το ελληνικό χιούμορ έχει άκρα, και ο Τζίμης Πανούσης βρίσκεται βαθιά στο πιο αραιοκατοικημένο. Από τη μια υπάρχει το Καφέ της Χαράς, ο Μάρκος Σεφερλής, το Παρα Πέντε και ο Μητσικώστας, με τα safe «αστεία» για όλη την οικογένεια, κι από την άλλη ο Πανούσης, που δεν κωλώνει να ανέβει στη σκηνή και να πει ότι ο μπαμπάς του Γεώργιου Ράλλη ήταν ο πρωθυπουργός που διόρισαν οι Ναζί, ή ότι ο Χριστόδουλος πήγε διακοπές στο Παρίσι «με το αγόρι του, τον Κολοσούσα».

Ζούμε σε μια κοινωνία σοβαροφάνειας, φυσιολογική εξέλιξη του παμπάλαιου concept της ελληνικής ηθικής αξιοπρέπειας, του «καθαρού κούτελου». Όποιος βγάζει τη μούρη του στην τηλεόραση και εκτίθεται, νιώθει ότι δικαιούται η γελοιοποίησή του να μείνει ασχολίαστη, πιστεύει ότι η δημόσια περσόνα του είναι προσωπικό του κτήμα, και ότι κανείς δεν μπορεί να την αγγίξει. Και πράγματι, ένα κλίμα αυτολογοκρισίας σε κωμικούς και Μέσα μαζί με την απαραίτητη διαπλοκή και τη συμπαράσταση της δικαιοσύνης, έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς ατιμωρησίας για τους Έλληνες επώνυμους, οι οποίοι μπορούν λίγο πολύ να κάνουν ότι θέλουν χωρίς καμία συνέπεια, καθώς δεν υπάρχει κανένας (που να έχει το δικαίωμα) να τους ελέγξει. Εδώ, ας πούμε, θα μπορούσα να σας δώσω παραδείγματα, αλλά δεν το κάνω, γιατί δεν είμαι αρκετά ελεύθερος.

 

Το σόου του δεν είναι ακριβώς stand up comedy, μοιάζει περισσότερο με βαριετέ, με τα αδιάφορα ροκ τραγούδια του να διακόπτουν την κωμωδία με ενοχλητική συχνότητα. Εκτός από προικισμένος κωμικός με εξαιρετική εκφορά, καλή αίσθηση του timing, δυνατό υλικό και απαράμιλλο physique, ο Πανούσης είναι δυστυχώς και παλιοροκάς, από αυτούς τους οργισμένους με τα μαλλιά, παρ’ όλο που εμφανίζεται σε μπουζουξήδικο, και η πλειοψηφία των θαμώνων κάθονται σε τραπέζια με ουίσκι κομπλέ 140 ευρώ η φιάλη. Ωστόσο, όταν τα χώνει σε πρόσωπα και πράγματα, όσο βορβορώδες κι αν είναι το λεξιλόγιό του, τα λόγια του ακούγονται φρέσκα και δροσερά, και όλοι ξεσπούν σε ένα γέλιο γάργαρο, ψυχοκατευναστικό, καθώς αυτά είναι πράγματα που δεν έχουν συνηθίσει να ακούνε στην τηλεόραση.

 

Το χιούμορ είναι όπλο, εργαλείο ελέγχου για τη δημοκρατία, και ταυτόχρονα σπουδαία μέθοδος ψυχοθεραπείας για τις κοινωνίες, εκτονώνει πάθη, ηρεμεί και προσφέρει μια υγιέστερη οπτική γωνία, προσφέρει προοπτική. Μην υποτιμάτε την αξία της απόλαυσης του να ακούς κάποιον να λέει αυτά που σκεφτόσουν, αλλά δεν μπορούσες να βρεις τα λόγια για να εκφράσεις.

Στην Ελλάδα υπάρχει τραγική έλλειψη στο πολιτικοποιημένο χιούμορ. Υπήρχαν πιο παλιά οι Άγαμοι Θύται, οι οποίοι κάπου εξατμίστηκαν, τρέχουν τα στεγαστικά βλέπετε, είναι δύσκολοι καιροί, και τώρα τους βλέπουμε σε φεστιβάλ και φειμστόρι. Ο Λαζόπουλος θα μπορούσε να είναι μια λύση, αλλά η προσκόλλησή του στην τηλεόραση κάπως του περιορίζει την τόλμη. Μόνο ο Πανούσης υπάρχει, αρκετά θαρραλέος για να βγαίνει σε μια σκηνή και να λέει αυτά που ακόμα και στις μεταξύ μας συζητήσεις ντρεπόμαστε να πούμε. Η ανυπαρξία ανταγωνισμού του επιτρέπει βέβαια να καταφεύγει σε ευκολίες, όπως η παρουσίαση αστείων βίντεο και σοκαριστικών φωτογραφιών κατεβασμένων από το Ίντερνετ, ή στην ανακύκλωση αρκετών ίδιων αστείων σε κάθε νέο του πρόγραμμα, αλλά παραμένει προκλητικός και απειθής, αγνοώντας την γκρίνια αυτών που ξεφτιλίζει («γιατί ο Νταλάρας δεν φοράει γραβάτα;»). Είναι μόνος του, όμως, και δεν φτάνει.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια στρατιά από νέους Πανούσηδες, ακόμα πιο θαρραλέους και αθυρόστομους, έναν Έλληνα Λένι Μπρους, έναν Ρίτσαρντ Πράιορ, έναν Έντι Μέρφι, που να μπορούν να γράφουν ένα πρόγραμμα μιας ώρας κάθε χρόνο, αστείο και συναρπαστικό, βέβηλο, όσο πιο βέβηλο γίνεται, και ο κόσμος θα πάει, σίγουρα θα πληρώνει λεφτά για να πάει να τους δει γιατί τους έχει ανάγκη, και μετά έναν Έλληνα Τζον Στιούαρτ να τους γελοιοποιεί με το γάντι στην τηλεόραση, κι ένα ελληνικό Saturday Night Live στη Nova για να τα χώνουν οι πιο νέοι, να τρίβονται και να μαθαίνουν. Τώρα πρέπει να γίνουν όλα αυτά, αύριο. Το χιούμορ πρέπει, επιτέλους, να πάει στα άκρα. Μόνο έτσι θα δούμε τη μέση.