Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ

ΔΟΜΗΜΕΝΑ ΒΡΟΜΟΛΟΓΑ

Από τον Χρίστο Λογαρίδη

Σάββατο βράδι και διασχίζω την Ιερά Οδό για να πάω στο Luna Dark που εμφανίζεται ο ανεπανάληπτος και για πολλούς αμφιλεγόμενος Τζίμης Πανούσης. Μέχρι να φτάσω, περνάω μπροστά από όλες τις γνωστές μεγάλες πίστες με τα λαμπερά ονόματα της «ορθόδοξης» Ελληνικής μουσικής. Ανάμεσα τους ο μεγάλος «αιρετικός», ο άνθρωπος που από τότε που εμφανίστηκε δέχτηκε τον πόλεμο της «καθώς πρέπει» κοινωνίας, δικάστηκε ουκ ολίγες φορές και κατάφερε να παραμείνει αυθεντικός και μοναδικός, ακόμα και όταν το πλήρωσε με την υγεία του.

Πέρασα μέσα στο μαγαζί που ήταν γεμάτο ασφυκτικά από τις 9.30 πήρα ένα ποτό από το μπαρ και ακούω κάποιους γύρω μου να δυσανασχετούν για την επιλογή του Τζιμάκου να εμφανιστεί σε ένα μεγάλο μαγαζί ανάμεσα στους «σκυλάδες».

Μάγκες συγνώμη, αλλά μάλλον δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι ο άνθρωπος κάθε τι που κάνει, είναι μια εικαστική παρέμβαση. Η επιλογή του μαγαζιού είναι μέρος του προγράμματος, θέλει να είναι εκεί, ένας «αιρετικός» ανάμεσα στους «άλλους» δημιουργώντας ένα σουρεαλιστικό σκηνικό απλά με την παρουσία του.

Ντίνο, πάτα το κουμπί αγόρι μου να ξεκινήσουμε. Η κλασική ατάκα πλέον ακούστηκε κατά τις 10.30 και ο Τζίμης εμφανίζεται στην Σκηνή με μια θηλιά στον λαιμό ενώ ο χώρος γεμίζει από χιλιάδες εικόνες πορνογραφίας, που όμως δεν έχουν σκοπό να σοκάρουν ούτε να προκαλέσουν. Είναι η ανθρώπινη φύση που τόσο φοβόμαστε, είναι ο Φρόιντ και όλη η καταπιεσμένη αλήθεια. Δευτερόλεπτα μετά ξέρεις ότι δεν θα αφήσει τίποτα και κανέναν όρθιο και απλά περιμένεις με ένα εσωτερικό χαμόγελο να νιώσεις μια «πνευματική εκδίκηση» για όλα αυτά που σε αναγκάζουν οι άνθρωποι κάθε εξουσίας να ζήσεις. Ο Τζίμης δεν είναι μουσικός, δεν είναι συνθέτης, δεν είναι συγγραφέας, δεν είναι ζωγράφος, δεν είναι ροκ, ούτε λαϊκός, δεν είναι σκηνοθέτης, δεν κάνει απλά σάτιρα και τα κάνει όλα με έναν μοναδικό τρόπο, γιατί απλά είναι ένας μεγάλος καλλιτέχνης που δεν μοιάζει με κανέναν. Είναι μια κατηγορία μόνος του. Πετάει σαν ελεύθερο πνεύμα πάνω από όλες τις «ταμπέλες» και χρησιμοποιεί από την ροκ μέχρι την δημοτική μουσική τα πάντα με μαεστρία και με μόνο σκοπό να υπηρετήσει και να δημιουργήσει το δικό του σύμπαν, που τελικά είναι και δικό μας. Κάνει έρωτα με όλους και με όλα και σαν καλός εραστής ξέρει πολύ καλά την τέχνη να γδύνει. Και τους γδύνει όλους. Βγάζει τα ρούχα και τις μάσκες όλων των «σοβαρών» και μεγαλόσχημων αυτού του πλανήτη και τους παραδίδει γυμνούς στο πιστό κοινό του. Ένα κοινό που τον ακολουθεί δεκαετίες τώρα, από τα μικρά κλαμπάκια της Πλάκας, τότε που κάθε του εμφάνιση προκαλούσε πανικό, μέχρι σήμερα που κάθε μεγάλο κανάλι θέλει να τον έχει για μια συνέντευξη στην ζώνη μεγάλης ακροαματικότητας. Πολλοί από αυτούς σήμερα έχουν παιδιά και τα παίρνουν μαζί τους, σαν να θέλουν να τα μυήσουν στην μαγεία και την αλήθεια μιας «θρησκείας» που δεν μοιάζει με καμιά άλλη, γιατί δεν απαιτεί πίστη, αλλά γνώση και ελευθερία από κάθε τι που φυλακίζει το πνεύμα, τον άνθρωπο.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον Μεσαίωνα η θρησκευτική εξουσία απαγόρευε το γέλιο σε όλη την Ευρώπη και ο Τζίμης το δίνει απλόχερα. Το γέλιο που μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικό ακόμα και από τις έξυπνες βόμβες, γιατί όλοι οι μεγαλόσχημοι αυτού του κόσμου ένα πράγμα φοβούνται. Ανθρώπους που θα αρχίσουν να γελάνε μαζί τους. Και όλοι οι «πιστοί» του Τζιμάκου γελάνε, γελάνε πολύ με όλους αυτούς που μας βασανίζουν για το…καλό μας. Από τον πλανητάρχη και τον Μπίν Λάντεν, τον Μπόνο και τις φιλανθρωπίες του, μέχρι όλους τους δικούς μας πολιτικούς κάθε κόμματος, ο Τζίμης τους παραδίδει στην «πυρά» του γέλιου και τους αποκαλύπτει όπως πραγματικά είναι. Μικρούς και αστείους. Γιατί αν πάρεις από τους πλανητάρχες τα όπλα και τα λεφτά των χορηγών τους τι μένει; Μια μικροφαλία όπως αποκαλύπτει σε ένα βίντεο ο καλλιτέχνης, που τελικά ευθύνεται για κάθε βομβαρδισμό και κάθε πρόβλημα στον πλανήτη. Υπερβολές θα πείτε κάποιοι, αλλά έτσι είναι η τέχνη, υπερβάλει για να αποκαλύψει, υπερβάλει για να ξορκίσει τον φόβο που προκαλούν οι εξουσίες και να φέρει το γέλιο. Την λύτρωση. Αυτή η λύτρωση, έστω για μια βραδιά, είναι που κάνει τόσο κόσμο να στριμώχνεται χρόνια τώρα για να δει τον Τζιμάκο. Τον δικό τους Τζιμάκο. Είναι η αίσθηση ότι βλέπεις έναν ευαίσθητο άνθρωπο που βασανίζεται η ψυχή του με όλα αυτά που βλέπει γύρω του και για να μην τρελαθεί, έφτιαξε πυρηνικό χιούμορ που το πυροδοτεί για να λυτρώσει και τους γύρω του.

Πότε με τα τραγούδια του, που όσες φορές και αν τα ακούσεις δεν σε ενοχλεί, κόντρα στα σουξέ της εποχής που ξεχνάς σε λίγους μήνες για να καταναλώσεις τα επόμενα, πότε με ιστορίες για αγρίους και ανέκδοτα που τσακίζουν κόκαλα και πότε με βασανιστικές αλήθειες ο Τζίμης παραμένει μια περίπτωση μοναδική και άρα ανεκτίμητη. Λες και το σύμπαν συνωμότησε και του έδωσε το πνεύμα του Αριστοφάνη και του Σπάρτακου μαζί. Βλέποντας την παράσταση, έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς ένα δελτίο ειδήσεων που θα ήθελες να βλέπεις κάθε μέρα, αλλά ξέρεις ότι ποτέ δεν θα δεις. Ειδήσεις για όλα τα σκάνδαλα που ξαφνικά παίρνουν μια άλλη διάσταση, γίνονται κατανοητά και ανθρώπινα και γι αυτό βγάζουν και γέλιο, έστω και αν είναι πικρό. Με έναν απίστευτο τρόπο ο καλλιτέχνης έχει την δυνατότητα να σε ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την ιστορία του πλανήτη, να μπλέξει τον Ζαχόπουλο και την Τσέκου με τον Αλέξανδρο, τον πατέρα του, την μητέρα του και τον Βουκεφάλα και την Παπαρήγα με τον Όμηρο, αποκαλύπτοντας τελικά ότι σε αυτή την χώρα πάντα τα ίδια γινόντουσαν και το πιθανότερο είναι να συνεχίσουν να γίνονται. Ναι, αξίζει να πας και να δεις τον Τζιμάκο, όχι γιατί θα περάσεις καλά και θα γελάσεις με τα χάλια μας, αλλά γιατί σε κάνει να μην νιώθεις μόνος σου, γιατί νιώθεις πως τελικά δεν είσαι τρελός όταν σκέφτεσαι πως όλοι σε δουλεύουν, γιατί τελικά όλα αυτά που σκέφτεσαι και φοβάσαι να τα πεις, τα σκέφτονται και άλλοι.

Γιατί τελικά δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτόν τον κόσμο.