Τζίμης Πανούσης

the dark site of the mood

Δίφωνο, τ. 159, Μάρτιος 2008, σελ. 68-69

Η ιστορία του μικρού Τζιμάκου

[Του Γιάννη Αλεξίου]
φωτογραφία: Γιάννης Κανελλόπουλος

Θάνατος-Αθάνατος = Ισοπαλία
Το κοινό του ανανεώθηκε
Από τους μικρούς στους μεγάλους χώρους
Η εξέλιξή του ως περφόρμερ
Η σάτιρα τότε και τώρα, δεκτικότητα κοινού
Ο μουσικός Πανούσης
Τα βιντεάκια του...

Ιστορία γράφουν οι παρέες... Πάμε λοιπόν να δούμε το φαινόμενο Τζίμης Πανούσης μέσα από μια παρέα που τον παρακολουθεί ανελλιπώς έως σήμερα. Βρισκόμαστε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του '80. Ο Τζίμης στο Κύτταρο. Η παράσταση hard core. Μια παλιοπαρέα γυμνασιόπαιδων από τη Νέα Σμύρνη κατεβαίνει σύσσωμη με μπλουτζίν και μακριά μαλλιά στην οδό Ηπείρου κι Αχαρνών να δει τον Πανούση. Μερικοί τυχεροί από την παρέα τον είχαν δει στις πρώτες παραστάσεις στο Skylab το 1980 και στη Λήδρα στην Πλάκα και μετά στο ΚΚΚ στην Αγία Παρασκευή. Ο ένας μάλιστα διηγούνταν το μέρος του λάιβ, όπου στη διάρκεια της επιτυχίας Gasoline του Ντέιβιντ Μπάουι, ο Τζίμης έκανε ένα παιγνίδι βγάζοντας κάτι πλαστικό μέσα από τα γεννητικά του όργανα! Η παρέα αυτή μεγάλωνε. Ήταν συμμαθητές στο γυμνάσιο και μετά στο λύκειο, αντροπαρέα. Πανιώνιοι και αντιεξουσιαστές. Όλοι έπαιζαν στο πικάπ τους τον πρώτο δίσκο των Μουσικών Ταξιαρχιών και μετά το δεύτερο άλμπουμ Αν Η Γιαγιά Μου Είχε Ρουλεμάν. Η πλάκα ήταν ότι έψαχναν μετά μανίας την απαγορευμένη κασέτα Disco Tsoutsouni των Μουσικών Ταξιαρχιών, αλλά δεν είχαν άκρες να μάθουν πού την πουλούσαν. Τελικά ο μεγαλύτερος ξάδελφος του ενός, ο πιο ψαγμένος, τους είπε ότι τη δίνουν χέρι χέρι τα φρικιά και ότι θα τη βρουν στα Προπύλαια. Ποια Προπύλαια; Τα τότε γυμνασιόπαιδα των αρχών του '80 ήξεραν μόνο τα Προπύλαια της Ακρόπολης. Πήγαν λοιπόν και πέσανε πάνω σε κάτι τουρίστες! Κάποιος ρώτησε τους εργάτες που σοβάτιζαν ένα σπίτι εκεί κοντά, αλλά εκείνοι που να ξέρουν. Πάλι χωρίς κασέτα έμειναν και ο μύθος του Τζίμη μεγάλωνε μέσα τους και εκτονώθηκε όταν όλοι μαζί πήγαν στο Κύτταρο να δουν τον επιδραστικό καλλιτέχνη. Το κοινό του Τζίμη έως τότε αποτελούνταν κυρίως από φρικιά, ρηγάδες, αναρχικούς, ροκάδες, μακρυμάλληδες, Εξαρχιώτες, άθεους και κάποιους περίεργους που συσπειρώνονταν γύρω από το φαινόμενο Τζίμης Πανούσης. Στην παρέα εκείνη μπήκαν και κοπέλες με τα χρόνια και περνούσαν ακόμη πιο καλά στον Πανούση.

Ο Τζίμης μέχρι σήμερα φορά μαύρα ρούχα, κολάν, έχει φυσιολογικά πιο ασπρισμένη την παπαδίστικη γενειάδα του, τα μαλλιά αραίωσαν και καλά έκανε και τα κόντυνε, γράφει και καινούργια τραγούδια και τα πλέκει με τα παλιά και κυρίως αγγίζει το κοινό του με τη σάτιρα αλλά και την παρουσία του επί σκηνής. Το κοινό του είναι σαν εκείνη την παρέα που τον παρακολουθεί από την αρχή και μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο, όσο ο Τζίμης εξακολουθεί να τα χώνει στην εξουσία και στην κατανάλωση. Στις 12 Φεβρουαρίου έκλεισε τα 54 του χρόνια. Αλλά και οι παρέες που τον παρακολουθούν δεν είναι δεκαοκτάχρονα και εικοσάχρονα πια. Είναι σαραντάρηδες και σαρανταπεντάρηδες και πενηντάρηδες. Οι περισσότεροι βάζω στοίχημα είναι και με τα δύο πόδια μέσα στο σύστημα. Η Coca Cola είναι φόλα τραγουδά ο Τζίμης, γέλια από κάτω από τις γραβάτες με τα κουστούμια. Το ίδιο και στο Αλέκα, ένα τραγούδι για την «αγαπημένη» του Αλέκα (Παπαρήγα), αλλά και Νύχτες της Μόσχας για τα γεγονότα του Χημείου και τις επιθέσεις των κνιτών στους αντιεξουσιαστές. Μεσαίος αστός, είσαι πια καθεστώς, άλλωστε ένα κοίταγμα στον καθρέπτη ποτέ δεν βλάπτει.

Πολλοί όλα αυτά τα χρόνια μπήκαν στον πειρασμό να τον δουν, αλλά ο βασικό πυρήνας του κοινού του παραμένουν εκείνοι που κάποια φλόγα μικρή ή μεγάλη έχει μείνει από παλιά. Κι εκείνος όμως δεν αλλάζει. Κι έτσι τους τραβά σα σφουγγάρι σε κάθε παράστασή του. Εφέτος έχει και αρκετά καινούργια τραγούδια, αλλά και διασκευές παλαιότερων σκληροπυρηνικών τραγουδιών του, όπως τα Εκλογές, Γιαγιά Πατίνι αλλά και Νύχτες της Μόσχας σε μπόσα νόβα ύφος. Εδώ και πολλά χρόνια του σόου του έβαλε στην άκρη τη μουσική του δημιουργία. Ο τελευταίος δίσκος του κυκλοφόρησε το 2000, το λάιβ Με Λένε Πόπη (cd+dvd) στη Warner και είναι εξαντλημένος σήμερα. Όσο για το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του, πάμε ακόμη πιο πίσω. Ήταν το Vivere Pericolosamente (1993, Warner). Ο Τζίμης Πανούσης, κυρίως στους δυο πρώτους δίσκους του που κυκλοφόρησαν ως Μουσικές Ταξιαρχίες, ήταν ένας εμπνευσμένος καλλιτέχνης τής εγχώριας ροκ σκηνής. Αυτό έμεινε πίσω στο πέρασμα των χρόνων αλλά ενισχύθηκε η παρουσία του στη σκηνή ως περφόρμερ. Μοναδικό φαινόμενο στο είδος. Ιδιοφυής επί σκηνής, δέχθηκε -υποτίθεται- τηλέφωνο από τη μάνα του σε ακατάλληλη ώρα για να αποφορτιστεί από το άγχος που τελικά ξέρει πάντα να το κοντρολάρει. Άγχος ίσως για το πως θα δεχθεί ο κόσμος τη σάτιρά του. Κάποιοι την παρεξηγούν και βάζουν όρια και τον πιέζουν και να 'σου ο Τζίμης έπαθε εγκεφαλικό.

Στα πρώτα χρόνια το κοινό δεν είχε συνηθίσει στα βρωμόλογα και ήταν πολύ ακραίο να βγαίνει ένας φρίκουλας στη σκηνή και να μιλά χωρίς περιορισμούς στη γλώσσα. Θυμηθείτε το πρώτο άλμπουμ του που λογοκρίθηκε και μάλιστα κάποια περίοδο αποσύρθηκε από τα ράφια των δισκάδικων, έπειτα από μήνυση που έκανε μπάτσος από την Κηφισιά όταν άκουσε το γιο του να τη βρίσκει με το δίσκο. Τις περισσότερες συναυλίες των Μουσικών Ταξιαρχιών τότε διέκοπταν μπάτσοι, και αυτό βοηθούσε στην εξάπλωση της φήμης τους. Σημείο αναφοράς η περιβόητη συναυλία τους στην Καρδίτσα το 1980, με την πρώτη σύλληψη του γκρουπ στη διάρκειά της, με την κατηγορία για περιύβριση αρχής, του κράτους και εξύβριση των θείων, που ανοίγει το κεφάλαιο του τραβήγματός του στα δικαστήρια. Η πρώτη καταδίκη. Ήταν η εποχή των ΜΑΤ, των ΜΕΑ, της «νέας Ελλάδας» του Αρκουδέα, των χούλιγκαν, των πρώτων επαγγελματικών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, των πρώτων συναυλιών ξένων καλλιτεχνών στην Ελλάδα (Police, Dr Feelgood, Rory Gallagher) με επεισοδιακό συνήθως χαρακτήρα και συγκρούσεις του κοινού με την αστυνομία. Η εξουσία πάντα ήταν τροφή στη σάτιρα Τζίμη. Στις μέρες μας εξουσία είναι η τηλεόραση... Σήμερα το κοινό είναι καλύτερος δέκτης της σάτιρας, δεν σοκάρεται εύκολα, εξοικειωμένο με τις τηλεοπτικές καθημερινές ακρότητες της τηλεόρασης. Θάνατος στους καναπέδες φωνάζει ο Τζίμης στα προγράμματά του, παρακινώντας για αφύπνιση. Λέτε να είμαστε κουφοί;

Το κοινό που τον παρακολουθεί πια είναι πολύ πιο ευρύ. Πάνε οι εποχές που ο Τζίμης εμφανίζονταν σε μικρούς χώρους και το κοινό στριμωχνόταν όρθιο στα κλαμπ της Πλάκας να τον δει. Τώρα γεμίζει κάθε βράδυ χώρο οκτακοσίων ατόμων με τραπέζια και μπουκάλια. Κρατάει ένα σταθερό επίπεδο και σέβεται το κοινό του. Σέβεται το κοινό του. Μάλιστα, πριν από λίγα χρόνια, όταν εμφανιζόταν σε σκληροπυρηνικό κλαμπ της οδού Πειραιώς, όπου τα ποτά-δηλητήρια και η εκμετάλλευση του κόσμου τον εξόργισαν, σταμάτησε αμέσως τις παραστάσεις τού The War την τρίτη κιόλας βραδιά! Πέρασε μετά ένας χρόνος για να ξαναβγεί.

Καλά όλα αυτά, αλλά τα φοβερά και τρομερά βιντεάκια του, τα οποία προβάλλονται στη διάρκεια των παραστάσεών του, πού τα βρίσκει; Τα βίντεο του Πανούση είναι αναπόσπαστο μέρος των προγραμμάτων του και μάλιστα συμβάλουν τα μέγιστα στην ικανοποίηση του θεατή. Από παλιά είχε απλώσει το χέρι του στην τεχνολογία και μέσα από αυτή εξέλιξε το σόου του. Τα βίντεό του είναι μια επίθεση στις αισθήσεις, ένας στοχασμός πάνω στον δυτικό τρόπο ζωής, μέσα από μια οπτική του περίφημου Koyaanisquatsi του 1983.

Σημείωση του tzimakos.gr: Διορθώθηκαν κάποια ελάχιστα γραμματικά λάθη καθώς και κάποιοι τίτλοι τραγουδιών (Αλέκα αντί του Μικρή Τερέζα, Νύχτες της Μόσχας αντί του Χημεία και Τέρατα).