Κριτικές για την παράσταση Για μας κελαηδούν τα πουλιά


ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ (ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΗΔΙΕΣ)

Ήχος και Hi-Fi (Φεβρουάριος 1983)

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ (ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΗΔΙΕΣ)

Λήδρα, 3 Γενάρη

Η Σούλα Φρίκη φοράει διχτυωτές κάλτσες καί λιλιπούτειο βρακί. Ανοίγει τό πρόγραμμα δηλώνοντας «...τό αλατοπίπερο τής παράστασης, γιατί πάλκο χωρίς μουνί είναι σκορδαλιά χωρίς σκόρδο». Τις επόμενες δύο ώρες παριστάνει ακριβώς αυτό. Οχι τόσο αυθεντικά βέβαια όσο π.χ. ένας κόμματος πού βαράει παλαμάκια καί ρίχνει τά τσιφτετέλια του πάνω στό πάλκο ενός οκυλάδικου ενώ γύρω σφυρίζουν πιάτα καί μπουκάλια καί σκοτώνονται οι αγαπητικοί. ' Οχι - κάτι τέτοια γιά νά τά κάνεις πρέπει νά διαθέτεις αρκετή δόση μαγκιάς. Η Σούλα Φρίκη τά παίζει εκ τού ασφαλούς μπρος σ' ένα κοινό άκακο όοο κι ένα κοπάδι πρόβατα καί πέρα απ' αυτά πρόκειται γιά συνειδητοποιημένο άτομο πού έχει κάποιο... μήνυμα νά περάσει στον κόσμο μέ το τσιτσίδωμά του. Η ρητορική τής εικόνας καί τά σχετικά (μπά! μπά! αφήσαμε τό «ΠΟΝΤΙΚΙ» καί διαβάζουμε Ρολάν Μπάρτ τώρα;) ... Αλλωστε αφού παριστάνει δυό ώρες τήν κότα στό τέλος -υποτίθεται - αυτοκτονεί κιόλας, πράγμα πού τήν εξιλεώνει!;) καί τής δίνει τό φωτοστέφανο(Ι) τής τραγικήςβ;) φιγούρας κ.λπ.

Τά παλιόπαιδα τά ατίθασα έχουν κάνει βέβαια τις διευρύνσεις τους... Πρώτα πρώτα στήν είσοδο τού σταύλου πού παίζουν χώνεις 250 γιά νά μπεις. Μετά, έχουν πάρει έναν ακόμη κιθαρίστα. Παίζουν ενώ προβάλλονται ένα ηλίθιο φιλμάκι καί κάτι άσχετα σλάιντς. Κατά τά άλλα «τά ίδια Παντελάκη μου τά ίδια Παντελή μου». Τό περσινό ρεπερτόριο σύν 4-5 καινούρια κομμάτια στό πνεύμα πάντα τών παλιών. Ξέρετε τώρα τί λένε: Ο Γιαρουζέλσκι’ (δέν τούς αρέσει), η... κυβέρνηση (δέν τούς αρέσει), οι ΚΝίτες (τούς κοροϊδεύουν), οι τραβεστί (τούς νιώθουν) καί τέτοια - πορδές πρός όλες τις κατευθύνσεις μπρος σ' ένα κοινό πού συμφωνεί απόλυτα, πού επιδοκιμάζει, πού χειροκροτάει... Ένα κοινό πού πληρώνει γιά νά γελάσει μέ τά χάλια τών άλλων καί φεύγει τόσο κενό όσο ήρθε - καί χωρίς νάχει γελάσει, μιά καί τό χιούμορ τών Ταξιαρχιών δέν έχει τό παραμικρό ίχνος εξυπνάδας, εφευρετικότατος, φαντασίας, ευαισθησίας, πρωτοτυπίας ή οτιδήποτε. Ακόμα κι η προκλητικότητα πού υποτίθεται ότι είχαν θά εξοικείωνε σήμερα μέχρι καί καθολικό καρδινάλιο. Φτηνές παρλάτες καί καραγκιοζιλίκια γιά νήπια.

Ο ντράμερ τώρα έχει τό πρόβλημα πού είχε πάντα: θέλει ν' ακουστεί πάνω απ' όλους τούς άλλους. Τό παίξιμό του δείχνει ότι ακούει ακόμα μόνο χάρντ ρόκ, πράγμα πού φαίνεται κι όταν οι άλλοι παίζουν καρσιλαμά ή τσιφτετέλι. Ο Δρόλαπας είναι καλός κιθαρίστας αλλά πρέπει νάχει μπουχτίσει παίζοντας τά ίδια καί τά ίδια. Ο καινούριος ο κιθαρίστας μαθαίνει. Ο επαναστατημένος λεβέντης πού τού αρέσει τό κοντοσούβλι, δέν τού αρέσουν οι μικροαστοί, έχει απωθημένα γιά τή μαμά του κ.λπ. φέτος αντί γιά παντελόνι φοράει καλσόν αλλά μέ τις ίδιες πάντα τιράντες. Τά πόδια τής Σούλας Φρίκης; Χμμμ... τά πόδια τής Σούλας Φρίκης δέν είν' άσχημα· αλλά δέν πιάνουν μπάζα μπροστά σ' αυτά μιάς κάποιας άλλης πού γνωρίζω. Πηγαίνω τώρα νά κλειστώ εκεί μέσα. Καί θά δώ τό Θεό.

Κώστας Λυμπερόπουλος

Ένα πρόγραμμα «κόντρα στην εθνική συμφιλίωση»

ΤΟ ΒΗΜΑ (31 Οκτωβρίου 1982)

Ο Τζιμάκος κι εγώ: Αναμνήσεις από το σπίτι των (μισο)πεθαμένων...

[...]μια συγκεκριμένη φάση θα μου μείνει αξέχαστη από τις βραδιές που παρακολουθούσα το συγκρότημα στη Λήδρα της πλακιώτικης Λυσίου: Ψηλοτάβανο το μαγαζί κι ενώ η μπάντα έχει σταματήσει να παίζει, υπάρχει κάτι σαν σκαλωσιά, ψηλά πάνω από τη χαμηλή σκηνή (το κοινό ήταν τραπεζωμένο). Τα φώτα σβήνουν, πίσσα σκοτάδι, κι αμέσως μετά ένας προβολέας που εκπέμπει λευκό φως σημαδεύει μια κοπέλα που κάθεται σεμνά και ταπεινά σε ένα σκαμνί στη μια γωνία της σκαλωσιάς, φορώντας έναν λευκό μακρύ χιτώνα. Είναι σκυφτή και απορροφημένη στο κέντημά της.

Ξαφνικά, ακούγεται φασαρία, τρεχαλητό, ένας μίνι ορυμαγδός από αστραπόβροντα. Η κοπέλα στρέφεται αιφνιδιασμένη και να σου ο Τζιμάκος, ως άλλος Άγγελος Κυρίου, πάνω στη σκαλωσιά κρατώντας στο απλωμένο χέρι του, αντί του πασίγνωστου Κρίνου, έναν δοκιμαστικό σωλήνα (η εποχή των παιδιών του σωλήνα, βλέπετε). Κι ενώ η κοπέλα (προφανώς, η Αειπάρθενος Μαρία) γονατίζει μπροστά του για να παραλάβει τον σωλήνα και να δεχτεί τη θεϊκή ευλογία, κάπου μπουρδουκλώνεται και το πρόσωπό της βρίσκεται «άθελά» της ανάμεσα στα πόδια του Τζιμάκου, ο οποίος δείχνει να το απολαμβάνει δεόντως – όπως τελικά και η κοπέλα που βάζει όλη της την μαεστρία στην εκτέλεση της πασίγνωστης σεξουαλικής πράξης. Όλα αυτά ασφαλώς ντυμένοι, για να μην παρεξηγιόμαστε. Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως ακριβώς θα ήθελε το... ευλογημένο ζεύγος. Λίγο πριν την πεολειχική κορύφωση, ακούγεται από τα ηχεία ο ήχος ενός αυτοκινήτου που φρενάρει απότομα και μια πόρτα που ανοίγει και κλείνει γρήγορα. Η κοπέλα σταματάει αυτό που κάνει και πετάγεται έντρομη όρθια, κραυγάζοντας: "Ο Ιωσήφ!" Και τότε... τότε... σε μια γιγαντοοθόνη που κρέμεται πάνω από τη σκαλωσιά, ψηλά κοντά στο ταβάνι, εμφανίζεται η φωτογραφία του Ιωσήφ. Του Ιωσήφ... Ποιανού Ιωσήφ; Μα του Ιωσήφ Στάλιν, φυσικά!

Και αρχίζει η μουσική... Και έχουμε πέσει κάτω από τα γέλια… Και ο Τζιμάκος, στο μικρόφωνο πια, αρχίζει να άδει: «Ένα μωρό με δυο κεφάλια, και δυο κεραμίδια στα δυο του τα φρύδια… Ο δότης μπαμπάς του ήταν στο ΕΚΚΕ, κι έχει λατέρνα που παίζει ρέγκε…»

Γιάννης Καστανάρας, 05.02.2020 στο Merlin's Music Box